ἐθέλω

ἐθέλω
ἐθέλω (cf. θέλω. ἐθέλω, -ει, -οντι; -ῃ; -οι; -ων, -οντα), -οίσας: fut. ἐθελήσω: impf. ἤθελον, ἤθελεν), ἔθελον, ἤθελον: aor. opt. ἐθελήσαις.)
1 be willing, wish
1 c. inf.
a pres. inf.

τὰ μὲν ἁμετέρα γλῶσσα ποιμαίνειν ἐθέλει O. 11.9

ἐθέλοντι δ' ἀλέξειν ὕβριν O. 13.9

Φοῖβε , ἐθελήσαις ταῦτα νόῳ τιθέμεν εὔανδρόν τε χώραν P. 1.40

ἐθέλω Τελεσικράτη γεγωνεῖν P. 9.1

μάλα δ' ἐθέλοντι σύμπειρον ἀγωνίᾳ θυμὸν ἀμφέπειν N. 7.10

ἐν τίν κἐθέλοι, Γίγαντας ὃς ἐδάμασας, εὐτυχῶς ναίειν ζαθέαν ἄγυιαν N. 7.90

ἀβοατὶ γὰρ ἡρώων ἄωτοι περιναιεταόντων ἤθελον κείνου γε πείθεσθ' ἀναξίαις ἑκόντες N. 8.10

δένδρεά τ' οὐκ ἐθέλει πάσαις ἐτέων περόδοις ἄνθος εὐῶδες φέρειν πλούτῳ ἴσον N. 11.40

ὁ δ' ἐθέλων τε καὶ δυνάμενος ἁβρὰ πάσχειν fr. 2. 1. ἀλλ' ὅ γε Μέλαμπος οὐκ ἤθελεν λιπὼν πατρίδα μοναρχεῖν Ἄργει (sc. and yet he did) Pae. 4.28
b aor. inf. ἐθελήσω τοῖσιν ἐξ ἀρχᾶς ἀπὸ Τλαπολέμου ξυνὸν ἀγγέλλων διορθῶσαι λόγον i. e. “Umschreibung des Futurums” Radt. O. 7.20

ἀλλ' ἐπεύξασθαι μὲν ἐγὼν ἐθέλω Ματρί P. 3.77

Ἥβας καρπὸν ἀνθήσαντ' ἀποδρέψαι ἔθελον P. 9.111

νιν Ἱππολύτα δόλῳ πεδᾶσαι ἤθελε N. 5.27

ἐθέλω ἢ Καστορείῳ ἢ Ἰολάοἰ ἐναρμόξαι μιν ὕμνῳ I. 1.15

ὅ τοι πτερόεις ἔρριψε Πάγασος δεσπόταν ἐθέλοντ' ἐς οὐρανοῦ σταθμοὺς ἐλθεῖν I. 7.45

ἄγγελλε δὲ φοινικόπεζα λόγον παρθένος εὐμενὴς Ἑκάτα τὸν ἐθέλοντα γενέσθαι (“das Wort das geschehen sollte”, ἐθέλοντα = μέλλοντα” Radt.) Pae. 2.79
c inf. understood.

δίδωσί τε Μοῖσαν οἷς ἂν ἐθέλῃ P. 5.65

2 c. acc. & inf.

ἤθελον Χίρωνά κε ζώειν P. 3.1

3 pres. part.: willing

ἅ μ' ἐθέλοντα προσέρπει O. 6.83

τίν γε μέν, εὐθρόνου Κλεοῦς ἐθελοίσας, δέδορκεν φάος N. 3.83

τὸν Εὐφάνης ἐθέλων γεραιὸς προπάτωρ σὸς ἄεισέν ποτε, παῖ N. 4.89

4 frag. ]ᾗ Διὸς οὐκ ἐθελο[ Πα. 7B. 43.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἐθέλω — to be willing pres subj act 1st sg ἐθέλω to be willing pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εθέλω — βλ. θέλω …   Dictionary of Greek

  • Κᾶν με χρῆ, διὰ τοῦ πυρὸς Ἐθέλω βαδίζειν. — См. Сквозь огонь и воду …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἐθέλετον — ἐθέλω to be willing pres imperat act 2nd dual ἐθέλω to be willing pres ind act 3rd dual ἐθέλω to be willing pres ind act 2nd dual ἐθέλω to be willing imperf ind act 2nd dual ἐθέλω to be willing imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'θέλω — ἐθέλω , ἐθέλω to be willing pres subj act 1st sg ἐθέλω , ἐθέλω to be willing pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλον — ἐθέλω to be willing pres part act masc voc sg ἐθέλω to be willing pres part act neut nom/voc/acc sg ἐθέλω to be willing imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐθέλω to be willing imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθελήσετον — ἐθέλω to be willing aor subj act 3rd dual (epic) ἐθέλω to be willing aor subj act 2nd dual (epic) ἐθέλω to be willing fut ind act 3rd dual ἐθέλω to be willing fut ind act 2nd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθελήσω — ἐθέλω to be willing aor subj act 1st sg ἐθέλω to be willing aor ind mid 2nd sg (epic ionic) ἐθέλω to be willing fut ind act 1st sg ἐθέλω to be willing aor ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθέλετε — ἐθέλω to be willing pres imperat act 2nd pl ἐθέλω to be willing pres ind act 2nd pl ἐθέλω to be willing imperf ind act 2nd pl ἐθέλω to be willing imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθελον — ἐθέλω to be willing imperf ind act 3rd pl ἐθέλω to be willing imperf ind act 1st sg ἐθέλω to be willing imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐθέλω to be willing imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θελήσει — ἐθέλω to be willing aor subj act 3rd sg (epic) ἐθέλω to be willing fut ind mid 2nd sg ἐθέλω to be willing fut ind act 3rd sg θέλησις a willing fem nom/voc/acc dual (attic epic) θελήσεϊ , θέλησις a willing fem dat sg (epic) θέλησις a willing fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”